ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

Όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με ένα ξαφνικό και έντονα στρεσογόνο περιστατικό, η νευροφυσιολογική αντίδραση του οργανισμού (όπως αυτή έχει καταγραφεί από σύγχρονες μελέτες) δρα ως ένας καλός αμυντικός και υγιής μηχανισμός,που επιτρέπει στο άτομο να κινητοποιηθεί άμεσα με σκοπό να αντιμετωπίσει μια πρόκληση που είναι—ή που φαντάζει να είναι—μεγάλη. Ιδανικά, ως απόκριση του οργανισμού,ενεργοποιούνται όλοι εκείνοι οι αναγκαίοι προσωπικοί πόροι, πρακτικά δηλαδή όλες ανεξαιρέτως οι διαθέσιμες δυνάμεις, προκειμένου το άτομο επιτυχώς να αντεπεξέλθει στις αυξημένες απαιτήσεις. Αυτή η εικόνα “μαχητή”, ακόμη κι αν κάποιες φορές αντιστοιχεί σε υπερβολικές αντιδράσεις, αποτελεί μία πολύ σημαντική άμυνα του ατόμου σε σωματικό αλλά και σε ψυχολογικό επίπεδο.

 

Τα ξαφνικά, απειλητικά και στρεσογόνα γεγονότα αποτελούν βιώματα τραυματικού σοκ,ενός τουλάχιστον τύπου. Μάλιστα όσο μεγαλύτερη η κινητοποίηση του ατόμου, τόσο μικρότερη η πιθανότητα σημαντικής επιβάρυνσής του σε πρώτο αλλά και μετέπειτα σε δεύτερο χρόνο. Αν στον αντίποδα καταρρεύσουμε εσωτερικά και δεν ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί του Εγώ, αν τα βιολογικά αντανακλαστικά του προσανατολισμού, της φυγής ή της πάλης παραμείνουν ανενεργά, και αντί αυτών αν ο οργανισμός χρησιμοποιήσει την αρχέγονη, ενστικτώδη αντίδραση της παράλυσης και της υπολειτουργίας του ανώτερου φλοιού του εγκεφάλου, τότε το άτομο αναγκαστικά θα βιώσει ένα αυτούσιο τραυματικό σοκ στην πλήρη έκτασή του.

 

Θεωρητικά, κάθε είδος αιφνίδιου, απροσδόκητου, απειλητικού ή καταστροφικού γεγονότος, κάθε βίαιη, τρομακτική και απειλητική για τη ζωή δύναμη, δυνητικά θα μπορούσε να ξεπεράσει κατά πολύ τις δυνατότητες αντιμετώπισης που προσφέρουν οι συνήθεις μηχανισμοί άμυνας, αφήνοντας το άτομο ευάλωτο σε συναισθηματικό άγχος και σε τραυματικές συνέπειες που επιχειρείται να περιγραφούν παρακάτω.

 

Το τραύμα προκαλείται με πολλούς και διάφορους τρόπους. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου αλλά ισχυρού γεγονότος, όπως το να είναι φερειπείν κάποιος μάρτυρας ενός ξαφνικού και τραγικού θανάτου ή να συμμετέχει σε ένα ατύχημα. Άλλα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν τραυματικό σοκ είναι:

  • οι φυσικές καταστροφές (σεισμοί, πλημμύρες, πυρκαγιές, τυφώνες κλπ)
  • η βία και γενικά η κακοποίηση
  • τα ατυχήματα και οι πτώσεις
  • οι σοβαρές ασθένειες
  • η ξαφνική απώλεια (πχ αγαπημένου προσώπου)
  • οι χειρουργικές και άλλες απαραίτητες ιατρικές επεμβάσεις
  • οι δύσκολοι τοκετοί ή ακόμη και τα υψηλά επίπεδα στρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης

 

Οι επιπτώσεις λόγω επανειλημμένης έκθεσης σε τραυματικές εμπειρίες συσσωρεύονται και επενεργούν αθροιστικά—παραδείγματα αποτελούν η κακοποίηση ενός παιδιού ή του/της συζύγου. Ακόμα όμως και η συνεχής παθητική παρουσία στον ίδιο χώρο ή στο σημείο μιας “τραγωδίας”, όπως φερειπείν συμβαίνει σε όσους παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης εκτάκτου ανάγκης (νοσηλευτές, θεραπευτές, γιατροί κλπ) επιφέρει σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση και σε ορισμένες περιπτώσεις οφείλει να αντιμετωπιστεί.

 

Το τραύμα όχι μόνο αποδιοργανώνει προσωρινά τις λειτουργίες του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος, αλλά—ακριβώς επειδή η επίδρασή του είναι πολυεπίπεδη—τελικά επενεργεί βαθιά και οι συνέπειές του είναι μακροχρόνιες και αισθητές σε κάθε διάσταση της ανθρώπινης λειτουργίας.Τα τραυματικά γεγονότα αφήνουν τους ανθρώπους με συναισθήματα έντονου φόβου, με έντονη την αίσθηση αβοήθητου και μεγάλης αδυναμίας. Κατά συνέπεια, οι τραυματισμένοι άνθρωποι μαστίζονται συχνά από οδυνηρές αναμνήσεις, από μνήμες που αναδύονται απροσδόκητα (flashbacks) και από εφιάλτες. Πολλοί συνεχίζουν να παλεύουν με τα ίδια ισχυρά συναισθήματα που βίωσαν τη στιγμή του τραύματος και συχνά συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα αυτό-προστασίας που είχαν αρχικώς επιστρατεύσει με σκοπό να αποφύγουν ή να απαλύνουν τον πόνο. Είναι πολύ συχνό κατά τη μετατραυματική περίοδο το άτομο να καταφύγει σε καταχρήσεις (ναρκωτικά, ουσίες, αλκοόλ κλπ) σε μια προσπάθεια να “μουδιάσουν” τον συναισθηματικό, εγκεφαλικό, πνευματικό και καμιά φορά τον σωματικό πόνο.

 

Οι συναισθηματικές και οι νοητικές μετατραυματικές αποκρίσεις αφορούν κυρίως σε υπερδιέγερση (υπερ-εγρήγορση, άγχος και τρόμος) και σε ανεξέλεγκτες εισβολές από το παρελθόν στο παρόν (γεγονότα πυροδότησης, μνήμες που αναδύονται απροσδόκητα, flashbacks, αποσύνδεση, εφιάλτες). Η επιρροή τους στη συμπεριφορά και στις κοινωνικές σχέσεις—συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών και των εργασιακών σχέσεων—είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα το τραυματισμένο άτομο να υιοθετεί αναγκαστικά έναν περιοριστικό και εξαιρετικά περιορισμένο τρόπο ζωής.

 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για το άτομο που υποφέρει από μετατραυματικό στρες να καταφέρει να εκφράσει τα συναισθήματά του και να μιλήσει σε ψυχολόγο για ό,τι ακριβώς συνέβη—σκοπός είναι να υπάρξει αρχικά αποδοχή του γεγονότος και μετά επούλωση της τραυματική εμπειρίας. Εξίσου βέβαια σημαντικό είναι το άτομο να νιώσει πρώτο το ίδιο έτοιμο να ενδοσκοπήσει, πράγμα που σημαίνει ότι η επιλογή του θεραπευτικό πλαισίου δεν αποτελεί μία καθόλου “αυτονόητη” ή τυπική διαδικασία.