ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΦΗΒΩΝ

Η εφηβεία αποτελεί εξελικτική περίοδο στη ζωή ενός ατόμου και σηματοδοτεί τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας το άτομο αναπτύσσεται σωματικά και ψυχολογικά, διαμέσου παράλληλων, έντονων, βιολογικών, νοητικών, κοινωνικών και συναισθηματικών αλλαγών. Κατά συνέπεια, οι έφηβοι οφείλουν να αντιμετωπίσουν πολλαπλές προκλήσεις, σχεδόν ταυτόχρονες, όπως για παράδειγμα: η ωρίμανση του σώματος και η ψυχολογική αναστάτωση που αυτή προκαλεί, ο απογαλακτισμός από το προστατευμένο οικογενειακό περιβάλλον της παιδικής ηλικίας, η ανεξάρτητη κοινωνικοποίηση στον κόσμο των ενηλίκων και η ανάπτυξη προσωπικών κριτηρίων, προτύπων, στόχων, ορίων και αξιών.

 

Οι έφηβοι αναζητούν τη δική τους ταυτότητα σύμφωνα με την οποία θα πορευτούν στην επόμενη φάση της ζωής τους. Αναπόφευκτα, πολλές αντιδράσεις τους είναι προϊόντα εσωτερικών συγκρούσεων, ήπιων έως σφοδρών, μεταξύ παιδικών και ενήλικων ρόλων, τους οποίους εκείνοι είτε αναλαμβάνουν είτε καλούνται να διαχειριστούν. Στο σύνθετο αυτό περιβάλλον ο ψυχοθεραπευτής λειτουργεί επικουρικά, βοηθώντας τον έφηβο να εξωτερικευτεί, να μιλήσει και να εμπιστευτεί έναν ενήλικα, να επεξεργαστεί τις προσλαμβάνουσες πληροφορίες και να νοηματοδοτήσει εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα. Θέματα που ενδέχεται να απασχολήσουν κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας είναι:

 

  • Η κατάθλιψη και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις
  • Η εικόνα του σώματος και τυχόν μεταβολές διατροφικής συμπεριφοράς
  • Φοβίες, άγχος και στρες
  • Οι διαπροσωπικές και οι κοινωνικές σχέσεις
  • Οι μεταβολές στην οικογενειακή συνθήκη και κατάσταση
  • Τυχόν συγκρούσεις και αρνητικές συμπεριφορές στο σπίτι
  • Τυχόν προβλήματα συμπεριφοράς ή ένταξης στο σχολικό περιβάλλον
  • Κακή σχολική επίδοση
  • Διαχείριση στόχων και επιλογή επαγγέλματος
  • Χρήση ουσιών
  • Άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας

 

Ίσως σε καμία άλλη περίοδο της ζωής τους τα παιδιά δεν χρειάζονται τόσο πολύ τη συναισθηματική στήριξη των γονιών τους όσο στην εφηβεία. Οι γονείς καλούνται να υπηρετήσουν αντιθετικούς πολλές φορές ρόλους, επιχειρώντας—από τη μία—να σεβαστούν την ελευθερία και την αυτονομία που απαιτεί ο έφηβος και—από την άλλη—να του παράσχουν προστασία καλύπτονταςτο πάγιο αίτημα για ασφάλεια. Κατά συνέπεια, ο ρόλος των γονέων είναι απολύτως κομβικός και γι αυτόν τον λόγο η συνεργασία τους με τον θεραπευτή είναι τις περισσότερες φορές κρίσιμη και απαραίτητη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο γονέας οφείλει με τη σειρά του να οικοδομήσει και εκείνος μια σχέση εμπιστοσύνης με τον θεραπευτή, σεβόμενος πάντα ότι η θεραπευτική σχέση, μεταξύ ψυχολόγου και εφήβου στην περίπτωση αυτή, είναι προστατευμένη και προσωπική.