Η ΠΑΡΑΝΟΪΚΗ-ΣΧΙΖΟΕΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΘΕΣΗ

ΣΤHΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ MELANIE KLEIN.

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων της  Melanie Klein προέκυψε μέσα από την πολύχρονη ανάλυση παιδιών και βασίστηκε στο τοπογραφικό μοντέλο του Freud. Οι μελέτες της Κlein εστιάστηκαν  στην επίδραση των πρώιμων σχέσεων του βρέφους με τους φροντιστές του για την ανάπτυξη του εγώ και του υπερεγώ.  Ανέπτυξε τη θεωρία των εσωτερικών αντικειμένων και του εσωτερικού κόσμου βασιζόμενη στην ιδέα ότι στο παιδικό μυαλό γεννιούνται ασυνείδητες φαντασιώσεις για τις πραγματικές σχέσεις που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση του παιδιού με το περιβάλλον και τους φροντιστές του.

Στο  μοντέλο της Klein η ψυχική ανάπτυξη διέρχεται από δύο βασικές φάσεις τις οποίες ονομάζει παρανοειδή–σχιζοειδής θέση και καταθλιπτική θέση. Η Klein  χρησιμοποιεί τον όρο θέση αντί για τον όρο στάδιο -σε αντίθεση με τον Freud- για να δώσει έμφαση στο γεγονός ότι αυτές οι δυο καταστάσεις δεν είναι μόνο στάδια καθορισμένα χρονικά στην ανθρώπινη ανάπτυξη αλλά ότι παραμένουν δυο πολύ καθοριστικά φαινόμενα σε όλη τη διάρκεια της συναισθηματικής ζωής και της ψυχικής λειτουργίας του ατόμου.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις δύο θέσεις είναι αναγκαίο να αναφερθούμε σε τρεις βασικές υποθέσεις στη θεωρία της Klein :

1. Από τη στιγμή της γέννησης όλες οι εμπειρίες συνοδεύονται από ασυνείδητες φαντασιώσεις που αναπαριστούν όλες τις εμπειρίες του ατόμου, εξωτερικές και εσωτερικές , σωματικές και ψυχικές.

2. Υπάρχει μια κληρονομημένη και έμφυτη ικανότητα του βρέφους να δημιουργεί σχέσεις με τα άτομα που το περιβάλλουν και με τα οποία αλληλεπιδρά από την αρχή της ύπαρξης του.

3. Η επίδραση των δύο βασικών ένστικτων ζωής και θανάτου στο ψυχικό όργανο.Το πώς θα διαχειριστεί το άτομο από την αρχή της ζωής του τη σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο ένστικτων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στη διαμόρφωση του εαυτού και καθορίζει τις σχέσεις και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε επίσης  την άποψη της Klein για την ύπαρξη ενός ικανοποιητικού εγώ κατά τη γέννηση, το οποίο είναι ικανό να βιώσει άγχος, να χρησιμοποιήσει μηχανισμούς άμυνας και να διαμορφώσει πρώιμες σχέσεις με το αντικείμενο στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Το να υποθέσουμε ότι ένα πρώιμο εγώ υπάρχει από την αρχή της γέννησης σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί ότι μπορεί να συγκριθεί με το εγώ ενός παιδιού ή ενός ενήλικα. Το πρώιμο εγώ του βρέφους είναι εκτεθειμένο στο τραύμα της γέννησης και στη σύγκρουση μεταξύ των ενορμήσεων  ζωής και θανάτου.

 

Η ΠΑΡΑΝΟΙΚΗ-ΣΧΙΖΟΕΙΔΗΣ ΘΕΣΗ

Η Klein εισήγαγε τη θεωρία της για την παρανοϊκή-σχιζοειδής θέση το 1946 στο “Notes on some schizoid mechanisms.” Είναι σημαντικό καθώς μελετούμε τις υποθέσεις της Klein να έχουμε υπόψη το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι σκέφτονται ή τι αισθάνονται τα βρέφη. Τα στοιχεία τα οποία τεκμηριώνουν και δίνουν νόημα στη θεωρία της Klein αντλούνται από την ανάλυση παιδιών και ενηλίκων, από άμεσες παρατηρήσεις της συνολικής αλληλεπίδρασης του βρέφους με το περιβάλλον του και  από εμπειρικές έρευνες και θεωρίες.

Η παρανοϊκή –σχιζοειδής θέση λαμβάνει χώρα στους πρώτους τρεις ή τέσσερις μήνες ζωής. Η Klein ονόμασε τη θέση παρανοϊκή καθώς το βασικό άγχος είναι παρανοϊκής φύσης και σχιζοειδής γιατί η κατάσταση του εγώ χαρακτηρίζεται από διάσχιση και διχοτόμηση.

Σε αυτή τη φάση το εγώ είναι πρώιμο και χαρακτηρίζεται από έλλειψη δομής και συνοχής. Η ανάπτυξη και η ολοκλήρωση του εγώ έρχεται μέσα από την εμπειρία του βρέφους με σημαντικούς άλλους. Αυτό προϋποθέτει ότι το άτομο σε αυτούς τους πρώτους μήνες ζωής έχει μία αναπαράσταση του εαυτού του η οποία αποκτά υπόσταση μόνο μέσα από την αναπαράσταση που διαμορφώνει φαντασιωσικά για το άτομο που το φροντίζει.

Στην πρώιμη αυτή φάση το βρέφος καλείται να αναπτύξει ένα ισχυρό εγώ ικανό να διαχειριστεί τις έντονες εσωτερικές  συγκρούσεις και άγχη -που προκύπτουν από συγκρούσεις μεταξύ των ενστίκτων ζωής και θανάτου και εγείρουν φόβους αποδιοργάνωσης, χάους και αφανισμού- και να αντιμετωπίσει τις ματαιώσεις και απαιτήσεις της εξωτερικής πραγματικότητας.   Τα ένστικτα, οι αισθήσεις και η αντίληψη θα πρέπει σιγά σιγά να αρχίζουν να αποκτούν μία συνοχή και μια δομή  έτσι ώστε να επέλθει σταδιακά η οργάνωση της εσωτερικής και εξωτερικής εμπειρίας. Το βρέφος από την αρχή είναι ικανό κατά την Klein να αντιληφθεί τα άτομα που το φροντίζουν και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με αυτά είτε αυτός εμπεριέχει ικανοποίηση ( π.χ γεμάτο στομάχι) είτε αυτός συνδέεται με πόνο και δυσφορία (π.χ πείνα, κολικοί). Το βρέφος επομένως αποκτά σταδιακά μία ασυνείδητη αίσθηση του εαυτού κυρίως μέσα από την αίσθηση ενός καλού αντικειμένου που του δίνει ευχαρίστηση. Αυτή η θετική αίσθηση του εαυτού του και του αντικειμένου ωστόσο θα πρέπει να προστατευτεί από την οργή και το μίσος που βιώνει το βρέφος από τις αναπόφευκτες ματαιώσεις της πραγματικότητας, καθώς επίσης και από την αίσθηση χάους που πηγάζει από το ένστικτο του θανάτου.

Για να μπορέσει λοιπόν το εγώ να αντεπεξέλθει  στο άγχος που πηγάζει από τις παραπάνω αντιφατικές εμπειρίες και να εξελιχθεί ομαλά, χρησιμοποιεί  δύο πολύ πρώιμους αμυντικούς μηχανισμούς. Σε πρώτη φάση προκύπτει διχοτόμηση σε δύο επίπεδα, διχοτόμηση του εαυτού και διχοτόμηση του αντικειμένου. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι μία διχοτόμηση του αντικείμένου δεν μπορεί να προκύψει εάν προηγουμένως δεν έχει υπάρξει η διχοτόμηση του εαυτού. Ο εσωτερικός κόσμος βιώνεται ως διαχωρισμένος σε καλό και κακό εαυτό. Το κακό κομμάτι του εαυτού  εκπροσωπεί το ένστικτο θανάτου και συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα μίσους, επιθετικότητας και οργής. Το καλό κομμάτι του εαυτού είναι αντιπροσωπευτικό του ένστικτου ζωής και της λίμπιντο και εμπεριέχει συναισθήματα αγάπης, αυτοσυντήρησης και ευχαρίστησης. Για να προστατέψει το καλό κομμάτι του και κατά συνέπεια το καλό αντικείμενο το βρέφος  προσπαθεί  χρησιμοποιώντας το μηχανισμό της προβολικής ταύτισης να αποβάλλει όλες τις κακές του ιδιότητες σε ένα πραγματικό εξωτερικό αντικείμενο, (που στη φάση αυτή γίνεται αντιληπτό ως μερικό αντικείμενο- στήθος της μητέρας),   με αποτέλεσμα αυτό να βιώνεται  σαν ένα κακό και απειλητικό-καταδιωκτικό αντικείμενο έξω από το ίδιο. (1)

Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν από πολύ νωρίς το εγώ έχει την ικανότητα να διαμορφώσει μια σχέση προς δύο αντικείμενα, το καλό και το κακό στήθος, το ιδανικό και το καταδιωκτικό αντικείμενο. Το εξωτερικό αντικείμενο, που σε αυτή τη φάση βιώνεται ως part object (στήθος), διχοτομείται σε  καλό-δοτικό αντικείμενο που εκπροσωπεί εσωτερικά τις καλές εμπειρίες με τη μητέρα και σε κακό-ματαιωτικό αντικείμενο που συνδέεται με τα ματαιωτικά και απόντα κομμάτια της μητέρας φροντιστή. Η φαντασίωση ενός ιδανικού αντικείμενου συνοδεύεται από συναισθήματα και εμπειρίες ευχαρίστησης και ικανοποίησης και η φαντασίωση του κακού καταδιωκτικού αντικειμένου συνοδεύεται από πόνο, μίσος και το αίσθημα του ανικανοποίητου. Στόχος λοιπόν αυτής της θέσης είναι σε ένα πρώτο επίπεδο το άτομο χρησιμοποιώντας το μηχανισμό της ενδοβολής να κρατήσει μέσα του ένα προστατευτικό και δοτικό αντικείμενο με το οποίο θα μπορέσει να ταυτιστεί (2) και σε ένα δεύτερο επίπεδο να αποβάλλει το κακό αντικείμενο το οποίο απειλεί να εισβάλλει στο εγώ και να καταβροχθίσει-αφανίσει  τόσο το  ιδανικό αντικείμενο όσο και τον εαυτό. Εάν το βρέφος  επιτύχει να διατηρήσει μέσα του την αίσθηση ενός καλού αντικειμένου τότε αρχίζει να αποκτά μια ασυνείδητη αίσθηση ενός πιο δομημένου  εαυτού ικανού να συνθέσει και να οργανώσει καλύτερα την εμπειρία του.

 

Η παθολογία στην παρανοϊκή-σχιζοειδής θέση

Οι κίνδυνοι που μπορεί να προκύψουν στην παρανοϊκή –καταθλιπτική θέση είναι δύο ειδών  :

Από τη μια μεριά η ανικανότητα να εδραιωθεί μία πραγματική διχοτόμηση του εαυτού και του αντικειμένου και από την άλλη η παρουσία μίας υπερβολικής και άκαμπτης διχοτόμησης.

Στην πρώτη περίπτωση το διπολικό splitting δεν λαμβάνει χώρα στην ψυχική λειτουργία. Εάν δεν εδραιωθεί μία πραγματική διχοτόμηση μεταξύ του καλού και του κακού εαυτού και αντικειμένου, τότε τα καλά κομμάτια του εαυτού βρίσκονται σε μία συνεχή απειλή από τα κακά και το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καταστροφικό για το εγώ. Δεχόμενο συνεχείς απειλές, το εγώ θρυμματίζεται με έναν βίαιο και επίπονο τρόπο σε πολύ μικρά κομμάτια, τα οποία προβάλλονται βίαια προς τα έξω. Το συναίσθημα του θρυμματίσματος μπορεί να οδηγήσει σε μία αίσθηση εσωτερικής αποδιοργάνωσης, χάους και αποπροσωποποίησης. Ο λόγος για τον οποίο είναι πιθανό να προκύψει το  fragmentation είναι η παρουσία ανεξέλεγκτου και έντονου φθόνου και μίσους στον ψυχικό κόσμο του βρέφους, τα οποία δεν επιτρέπουν την ύπαρξη του καλού στο πρόσωπο που το φροντίζει. Είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση του καλού που δεν μπορεί να αντέξει το βρέφος και που εγείρει το φθόνο με αποτέλεσμα να επιτίθεται βίαια στον φροντιστή -και σε μία ψυχαναλυτική θεραπεία αργότερα σε έναν αναλυτή- μόλις συνειδητοποιήσει ότι διαθέτει καλά στοιχεία.

Το αντικείμενο στο οποίο προβάλλονται τα θρυμματισμένα κομμάτια του εαυτού είναι αδύνατον να βιωθεί σαν ένα ιδανικό αντικείμενο αλλά αντιθέτως βιώνεται σαν  διαμελισμένο σε κομμάτια που εμπεριέχουν κακά και βίαια κομμάτια του εγώ. Έτσι όλη η αντίληψη της πραγματικότητας καταστρέφεται και αποκτά έναν βίαιο και καταδιωκτικό χαρακτήρα .

Στην προσπάθεια του το εγώ να διαχειριστεί και να ξεφορτωθεί όλη αυτή την βίαιη και διαστρεβλωμένη αντίληψη του αντικειμένου, βιώνει εσωτερικά τα λεγόμενα “bizarre objects”  τα οποία προσπαθεί να απομονώσει από το σύνολο της αντίληψης του σαν να είναι κάτι ξένο, αποκομμένο από τον υπόλοιπο εαυτό. Κατά τον Bion κάθε λειτουργία η οποία έχει σαν στόχο να συνδέσει τα εσωτερικά αντικείμενα δέχεται βίαιη επίθεση. Έτσι πχ το στόμα του βρέφους και η ρώγα καταστρέφονται στη φαντασία καθώς είναι τα μέρη που συνδέουν το βρέφος με το στήθος της μητέρας. Κατά συνέπεια οι σύνδεσμοι μεταξύ του εαυτού και του εσωτερικού ή εξωτερικού αντικειμένου διακόπτονται βίαια με συνέπεια  τα διάφορα μέρη και οι λειτουργίες του εαυτού όπως είναι η σκέψη και το συναίσθημα να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Έτσι και η μετέπειτα ικανότητα για συγχώνευση και η ανάπτυξη των συμβολικών διαδικασιών παρεμποδίζεται σημαντικά.

Στο άλλο άκρο όταν τα καλά και κακά αντικείμενα είναι υπερβολικά διαχωρισμένα , στα δύο άκρα δηλαδή της ψυχικής λειτουργίας,  η προσωπικότητα γίνεται σκληρή και άκαμπτη.  Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω το καλό αντικείμενο στην παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση δεν είναι ποτέ διαχωρισμένο από τον καλό εαυτό από όπου πηγάζουν όλες οι καλές εμπειρίες. Ένα βρέφος νιώθει ότι το καλό στήθος του ανήκει και του προσφέρει ευχαρίστηση. Τις στιγμές όμως που πεινάει και  νιώθει δυσφορία η καλή μητέρα εξαφανίζεται και υπάρχει για εκείνο μόνο το κακό στήθος που το καταδιώκει. Για να μπορέσει κάποιος να συλλάβει το αντικείμενο πιο ρεαλιστικά θα πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός ότι η μητέρα που λατρεύει είναι η ίδια μητέρα που αγαπά και επίσης να συνειδητοποιήσει ότι αυτή είναι όχι εγώ άρα δεν ανήκει στον ίδιο. Το να αποδεχτεί το βρέφος ότι  εξαρτάται από ένα ανεξάρτητο αντικείμενο το οποίο δεν είναι εγώ είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία που αποτελεί την βάση για την αντίληψη και αποδοχή της πραγματικότητας. Αυτά τα συναισθήματα αμφιθυμίας προετοιμάζουν το υποκείμενο για να μπορέσει να βιώσει το αίσθημα της ενοχής για το αντικείμενο στην καταθλιπτική θέση. Στην φυσιολογική ανάπτυξη καθώς το εγώ δυναμώνει η ύπαρξη της αμφιθυμίας, ο πόνος της ενοχής και η απώλεια της ναρκισσιστικής παντοδυναμίας γίνεται ευκολότερα αποδεκτή και αντιμετωπίσιμη από το άτομο. Εάν η αποδοχή της πραγματικότητας δεν επέλθει τότε το άτομο δεν μπορεί  να ανεχτεί την συνύπαρξη του καλού και του κακού με αποτέλεσμα η διχοτόμηση να μεγαλώνει και να γίνεται περισσότερο απόλυτη και άκαμπτη. Σε μία φάση ζωής που το άτομο στέκεται ανήμπορο στη διαχείριση της ενοχής του για το οποιοδήποτε αντικείμενο τότε ασυνείδητα επανέρχεται στην ασφάλεια της παρανοϊκής-σχιζοειδής θέσης όπου το καλό και το κακό είναι απόλυτα διαχωρισμένα και ο ίδιος μπορεί να βρίσκεται ασφαλής και προστατευμένος στη μεριά του καλού.

 

Η ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΘΕΣΗ

Το πέρασμα από την παρανοϊκή –σχιζοειδή θέση στην καταθλιπτική θέση εμπεριέχει μία διαδοχική ολοκλήρωση και ωρίμανση του εγώ. Σταδιακά μέσω της ενδοβολής και της ταύτισης του εγώ με ένα καλό εσωτερικό αντικείμενο αρχίζει να διασφαλίζεται η αίσθηση ενός καλού εσωτερικού κόσμου που επιτρέπει και τη μείωση της ανάγκης για προβολές. Η παράλληλη ανάπτυξη και της αντιληπτικής ικανότητας βοηθά το βρέφος στο να μπορέσει να προσαρμόσει και να συγκρίνει τις φαντασιώσεις του με την πραγματικότητα με αποτέλεσμα να μειώνεται και το άγχος.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της θέσης είναι ότι το βρέφος πλέον μπορεί να αντιλαμβάνεται και να αναγνωρίζει τη μητέρα σαν ένα ολόκληρο αντικείμενο-πρόσωπο με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά. Η μητέρα πλέον είναι για το βρέφος ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί κάποιες φορές να είναι καλό και κακό, δοτικό και ματαιωτικό.  Σε αυτή τη φάση το βρέφος αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά ότι η μητέρα είναι ένα ανεξάρτητο αντικείμενο έξω από το ίδιο το οποίο μπορεί να σχετίζεται και με άλλα πρόσωπα και για το οποίο είναι δυνατόν να βιώσει αντιφατικά συναισθήματα όπως αγάπη και μίσος μαζί. Αυτή η ολοκλήρωση του αντικειμένου συνεπάγεται αυτόματα και μία ολοκλήρωση του εγώ και μία μη απειλητική συνύπαρξη του καλού και του κακού στην εσωτερική πραγματικότητα. Η ενδυνάμωση του εγώ που γίνεται σχεδόν ταυτόχρονα και με την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, της αντίληψης και της μνήμης συνοδεύεται και σε αυτό το στάδιο από άγχος το οποίο ωστόσο τώρα προέρχεται από τα συναισθήματα αμφιθυμίας και την υπόθεση του βρέφους ότι τα επιθετικά και βίαια ένστικτα που βίωσε έντονα κατά τη διάρκεια της παρανοϊκής-σχιζοειδούς θέσης έχουν καταστρέψει το αντικείμενο, ένα αντικείμενο το οποίο το βρέφος αγαπά και από το οποίο εξαρτάται. Η αναγνώριση της ευθύνης για την  απώλεια του αντικειμένου γεννούν για πρώτη φορά στο άτομο το αίσθημα της θλίψης και της ενοχής.

Τα συναισθήματα αυτά υποκινούν το βρέφος στο να προσπαθήσει φαντασιωσικά να επανορθώσει το κατεστραμμένο από τα επιθετικά του ένστικτα αντικείμενο και να του προσφέρει αγάπη και ολοκλήρωση. Η ικανότητα για επανόρθωση είναι μία από τις πιο δυνατές όψεις του ενστίκτου ζωής.

Επιπρόσθετα, η καταθλιπτική θέση αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο βήμα στην ανάπτυξη του βρέφους καθώς αυτό αρχίζει και αντιλαμβάνεται τη δική του ψυχική πραγματικότητα. Μπορεί σταδιακά να αναγνωρίσει ότι ο εαυτός του διαφέρει από τα αντικείμενα με τα οποία σχετίζεται. Είναι σχεδόν ικανό να διαχωρίσει πλέον τις φαντασιώσεις του από την εξωτερική πραγματικότητα.

Το ιδανικό αντικείμενο και το καταδιωκτικό αντικείμενο τα οποία είχε ενδοβάλλει το βρέφος στην παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση είναι οι βάσεις για την ανάπτυξη του υπερεγώ στην καταθλιπτική θέση. Καθώς το ιδανικό και το καταδιωκτικό αντικείμενο αρχίζουν και συγχωνεύονται στην ψυχική σφαίρα το υπερεγώ γίνεται μία ολοκληρωμένη και πιο ενοποιημένη ψυχική εσωτερική δομή επενδυμένη με αμφιθυμικά συναισθήματα. Στις πρώτες φάσεις της καταθλιπτικής θέσης το υπερεγώ βιώνεται περισσότερο αυστηρό και τιμωριτικό λόγω του ενοχικού συναισθήματος που επικρατεί για την καταστροφή του ιδανικού αντικειμένου και της προσπάθειας ταύτισης του εγώ με ένα ιδεώδες εγώ που αντιπροσωπεύει την τελειότητα. Ωστόσο σε ένα δεύτερο χρόνο και καθώς το άτομο αναπτύσσει την ικανότητα να επανορθώσει τα αντικείμενα του φαντασιώσικα, το υπερεγώ αρχίζει και πλησιάζει περισσότερο σε μια εσωτερική αναπαράσταση ενός καλού γονέα που δεν είναι μόνο πηγή ενοχής αλλά και πηγή στήριξης και ενίσχυσης στις εσωτερικές συγκρούσεις που προκύπτουν  από τα καταστροφικά ένστικτα της ενόρμησης θανάτου.

Ο πόνος για την απώλεια του αντικειμένου και η ανάγκη για την επανόρθωση και επαναπόκτηση του στην καταθλιπτική θέση διαμορφώνουν τις  βάσεις για την ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της μετουσίωσης. Το άτομο προσπαθώντας να επαναφέρει τα χαμένα αντικείμενα του, να τα επαναπροσδιορίσει αλλά και να τα προστατέψει, περιορίζει τα ένστικτά του και τελικά τα εκφράζει σε υποκατάστατα . Για την Segal η ικανότητα του ατόμου να χρησιμοποιεί σύμβολα είναι ένα ψυχικό επίτευγμα της καταθλιπτικής θέσης. Κάθε χαρακτηριστικό του αντικείμενου και κάθε εμπειρία με το χαμένο αντικείμενο μετουσιώνεται και αφομοιώνεται στο εγώ με τη μορφή ενός συμβόλου. Στην καταθλιπτική θέση, καθώς η ψυχική πραγματικότητα είναι πλέον διαφοροποιημένη από την εξωτερική, το σύμβολο βιώνεται σαν κάτι το οποίο εσωτερικά είναι διαφορετικό από το ίδιο το αντικείμενο σε αντίθεση με ψυχωτικές καταστάσεις όπου  το άτομο μπερδεύει το σύμβολο με το ίδιο το πραγματικό αντικείμενο το οποίο συμβολίζει. Επομένως το σύμβολο χρησιμοποιείται από το εγώ για να μπορέσει να ξεπεράσει και να αποδεχτεί την απώλεια του αντικειμένου και επιτρέπει και την μετέπειτα ανάπτυξη όλων των συμβολικών διαδικασιών όπως είναι για παράδειγμα το παιχνίδι ή η προσωπική έκφραση μέσω διαφόρων ειδών τέχνης.

Η μεγαλύτερη λοιπόν πρόκληση στην καταθλιπτική θέση είναι η διατήρηση και η επανόρθωση ενός καλού εσωτερικού αντικειμένου . Καθώς το άτομο θα έρχεται συνεχώς αντιμέτωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του με ματαιώσεις και απώλειες η επαναβίωση της καταθλιπτικής θέσης είναι αναπόφευκτη.  Εάν η ικανότητα εδραίωσης ενός καλού δυνατού εσωτερικού αντικείμενου δεν είναι ανεπτυγμένη τότε το άτομο μπορεί να παλινδρομήσει σε πρώιμους μηχανισμούς άμυνας που επικρατούν στην παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση.

Η Klein θεωρεί ότι η διαδικασία του πένθους , είτε εμπεριέχει την απώλεια ενός πραγματικού αντικείμένου, είτε εκφράζει άλλου είδους ματαιώσεις  είναι συνδεδεμένη με την απώλεια της αίσθησης ενός καλού αντικειμένου εσωτερικά. Άτομα με μελαγχολία ή κατάθλιψη είναι άτομα τα οποία αδυνατούν να επανορθώσουν τα καλά εσωτερικά τους αντικείμενα. Η ανικανότητα αυτή μπορεί να εκδηλωθεί και με μανία όπου το άτομο χρησιμοποιεί φαντασιώσεις μεγαλομανίας και ανωτερότητας στη σχέση του με το αντικείμενο  σε μία προσπάθεια του να αρνηθεί την σημαντικότητα του, να το ελέγξει και να αποφύγει την αποδοχή της εξάρτησης του από αυτό και τον πόνο σε μία πιθανή απώλεια του.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Προβολική Ταύτιση : η διαδικασία κατά την οποία το άτομο επειδή δεν μπορεί να αντέξει και να διαχειριστεί την ύπαρξη αρνητικών στοιχείων στον εαυτό του, είτε αυτά είναι σκέψεις, συναισθήματα, κίνητρα, τα προβάλλει και τα αποδίδει σε ένα εξωτερικό αντικείμενο και θεωρεί ότι αυτό ταυτίζεται με τις ιδιότητες που του έχει αποδώσει.

2. Ενδοβολή :  η ασυνείδητη συμβολική εσωτερικοποίηση των ιδιοτήτων αγαπητών προσώπων και η επακόλουθη αντίδραση του ατόμου στα εξωτερικά γεγονότα σαν να ήταν υποκειμενικά.