Η ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΘΕΣΗ

Το πέρασμα από την παρανοϊκή –σχιζοειδή θέση στην καταθλιπτική θέση εμπεριέχει μία διαδοχική ολοκλήρωση και ωρίμανση του εγώ. Σταδιακά μέσω της ενδοβολής και της ταύτισης του εγώ με ένα καλό εσωτερικό αντικείμενο αρχίζει να διασφαλίζεται η αίσθηση ενός καλού εσωτερικού κόσμου που επιτρέπει και τη μείωση της ανάγκης για προβολές. Η παράλληλη ανάπτυξη και της αντιληπτικής ικανότητας βοηθά το βρέφος στο να μπορέσει να προσαρμόσει και να συγκρίνει τις φαντασιώσεις του με την πραγματικότητα με αποτέλεσμα να μειώνεται και το άγχος.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της θέσης είναι ότι το βρέφος πλέον μπορεί να αντιλαμβάνεται και να αναγνωρίζει τη μητέρα σαν ένα ολόκληρο αντικείμενο-πρόσωπο με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά. Η μητέρα πλέον είναι για το βρέφος ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί κάποιες φορές να είναι καλό και κακό, δοτικό και ματαιωτικό.  Σε αυτή τη φάση το βρέφος αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά ότι η μητέρα είναι ένα ανεξάρτητο αντικείμενο έξω από το ίδιο το οποίο μπορεί να σχετίζεται και με άλλα πρόσωπα και για το οποίο είναι δυνατόν να βιώσει αντιφατικά συναισθήματα όπως αγάπη και μίσος μαζί. Αυτή η ολοκλήρωση του αντικειμένου συνεπάγεται αυτόματα και μία ολοκλήρωση του εγώ και μία μη απειλητική συνύπαρξη του καλού και του κακού στην εσωτερική πραγματικότητα. Η ενδυνάμωση του εγώ που γίνεται σχεδόν ταυτόχρονα και με την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, της αντίληψης και της μνήμης συνοδεύεται και σε αυτό το στάδιο από άγχος το οποίο ωστόσο τώρα προέρχεται από τα συναισθήματα αμφιθυμίας και την υπόθεση του βρέφους ότι τα επιθετικά και βίαια ένστικτα που βίωσε έντονα κατά τη διάρκεια της παρανοϊκής-σχιζοειδούς θέσης έχουν καταστρέψει το αντικείμενο, ένα αντικείμενο το οποίο το βρέφος αγαπά και από το οποίο εξαρτάται. Η αναγνώριση της ευθύνης για την  απώλεια του αντικειμένου γεννούν για πρώτη φορά στο άτομο το αίσθημα της θλίψης και της ενοχής.

Τα συναισθήματα αυτά υποκινούν το βρέφος στο να προσπαθήσει φαντασιωσικά να επανορθώσει το κατεστραμμένο από τα επιθετικά του ένστικτα αντικείμενο και να του προσφέρει αγάπη και ολοκλήρωση. Η ικανότητα για επανόρθωση είναι μία από τις πιο δυνατές όψεις του ενστίκτου ζωής.

Επιπρόσθετα, η καταθλιπτική θέση αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο βήμα στην ανάπτυξη του βρέφους καθώς αυτό αρχίζει και αντιλαμβάνεται τη δική του ψυχική πραγματικότητα. Μπορεί σταδιακά να αναγνωρίσει ότι ο εαυτός του διαφέρει από τα αντικείμενα με τα οποία σχετίζεται. Είναι σχεδόν ικανό να διαχωρίσει πλέον τις φαντασιώσεις του από την εξωτερική πραγματικότητα.

Το ιδανικό αντικείμενο και το καταδιωκτικό αντικείμενο τα οποία είχε ενδοβάλλει το βρέφος στην παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση είναι οι βάσεις για την ανάπτυξη του υπερεγώ στην καταθλιπτική θέση. Καθώς το ιδανικό και το καταδιωκτικό αντικείμενο αρχίζουν και συγχωνεύονται στην ψυχική σφαίρα το υπερεγώ γίνεται μία ολοκληρωμένη και πιο ενοποιημένη ψυχική εσωτερική δομή επενδυμένη με αμφιθυμικά συναισθήματα. Στις πρώτες φάσεις της καταθλιπτικής θέσης το υπερεγώ βιώνεται περισσότερο αυστηρό και τιμωριτικό λόγω του ενοχικού συναισθήματος που επικρατεί για την καταστροφή του ιδανικού αντικειμένου και της προσπάθειας ταύτισης του εγώ με ένα ιδεώδες εγώ που αντιπροσωπεύει την τελειότητα. Ωστόσο σε ένα δεύτερο χρόνο και καθώς το άτομο αναπτύσσει την ικανότητα να επανορθώσει τα αντικείμενα του φαντασιώσικα, το υπερεγώ αρχίζει και πλησιάζει περισσότερο σε μια εσωτερική αναπαράσταση ενός καλού γονέα που δεν είναι μόνο πηγή ενοχής αλλά και πηγή στήριξης και ενίσχυσης στις εσωτερικές συγκρούσεις που προκύπτουν  από τα καταστροφικά ένστικτα της ενόρμησης θανάτου.

Ο πόνος για την απώλεια του αντικειμένου και η ανάγκη για την επανόρθωση και επαναπόκτηση του στην καταθλιπτική θέση διαμορφώνουν τις  βάσεις για την ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της μετουσίωσης. Το άτομο προσπαθώντας να επαναφέρει τα χαμένα αντικείμενα του, να τα επαναπροσδιορίσει αλλά και να τα προστατέψει, περιορίζει τα ένστικτά του και τελικά τα εκφράζει σε υποκατάστατα . Για την Segal η ικανότητα του ατόμου να χρησιμοποιεί σύμβολα είναι ένα ψυχικό επίτευγμα της καταθλιπτικής θέσης. Κάθε χαρακτηριστικό του αντικείμενου και κάθε εμπειρία με το χαμένο αντικείμενο μετουσιώνεται και αφομοιώνεται στο εγώ με τη μορφή ενός συμβόλου. Στην καταθλιπτική θέση καθώς η ψυχική πραγματικότητα είναι πλέον διαφοροποιημένη από την εξωτερική το σύμβολο βιώνεται σαν κάτι το οποίο εσωτερικά είναι διαφορετικό από το ίδιο το αντικείμενο σε αντίθεση με ψυχωτικές καταστάσεις όπου  το άτομο μπερδεύει το σύμβολο με το ίδιο το πραγματικό αντικείμενο το οποίο συμβολίζει. Επομένως το σύμβολο χρησιμοποιείται από το εγώ για να μπορέσει να ξεπεράσει και να αποδεχτεί την απώλεια του αντικειμένου και επιτρέπει και την μετέπειτα ανάπτυξη όλων των συμβολικών διαδικασιών όπως είναι για παράδειγμα το παιχνίδι ή προσωπική έκφραση μέσω της ‘

Η μεγαλύτερη λοιπόν πρόκληση στην καταθλιπτική θέση είναι η διατήρηση και η επανόρθωση ενός καλού εσωτερικού αντικειμένου . Καθώς το άτομο θα έρχεται συνεχώς αντιμέτωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του με ματαιώσεις και απώλειες η επαναβίωση της καταθλιπτικής θέσης είναι αναπόφευκτη.  Εάν η ικανότητα εδραίωσης ενός καλού δυνατού εσωτερικού αντικείμενου δεν είναι ανεπτυγμένη τότε το άτομο μπορεί να παλινδρομήσει σε πρώιμους μηχανισμούς άμυνας που επικρατούν στην παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση.

Η Klein θεωρεί ότι η διαδικασία του πένθους , είτε εμπεριέχει την απώλεια ενός πραγματικού αντικείμένου , είτε εκφράζει άλλου είδους ματαιώσεις  είναι συνδεδεμένη με την απώλεια της αίσθησης ενός καλού αντικειμένου εσωτερικά. Άτομα με μελαγχολία ή κατάθλιψη είναι άτομα τα οποία αδυνατούν να επανορθώσουν τα καλά εσωτερικά τους αντικείμενα . Η ανικανότητα αυτή μπορεί να εκδηλωθεί και με μανία όπου το άτομο χρησιμοποιεί φαντασιώσεις μεγαλομανίας και ανωτερότητας στη σχέση του με το αντικείμενο  σε μία προσπάθεια του να αρνηθεί την σημαντικότητα του, να το ελέγξει και να αποφύγει την αποδοχή της εξάρτησης του από αυτό και τον πόνο σε μία πιθανή απώλεια του.