Η αρνητική συμπεριφορά των παιδιών.

Σκοποί και αποτελεσματικοί τρόποι αλλαγής της αρνητικής συμπεριφοράς.

Κατανοώντας την παιδική συμπεριφορά

Ένα βασικό θέμα που συχνά απασχολεί τους γονείς είναι ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους κυρίως όταν αυτή είναι αρνητική. Στην περίπτωση της θετικής συμπεριφοράς θεωρείται ως απόλυτα φυσιολογική συνέπεια αφού το έχουν «αναθρέψει» οι ίδιοι. Στις περιπτώσεις όμως της αρνητικής συμπεριφοράς οι γονείς αναρωτιούνται «γιατί το παιδί τους βγήκε έτσι».  Μερικοί πιστεύουν ότι η συμπεριφορά είναι κυρίως αποτέλεσμα της κληρονομικότητας. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι η συμπεριφορά εξαρτάται κυρίως από την επίδραση του περιβάλλοντος. Υπάρχει επίσης η κοινή πεποίθηση ότι τα παιδιά περνούν διάφορα στάδια, όσον αφορά τον τρόπο που συμπεριφέρονται, ανάλογα με την ηλικία τους. Σε όλες αυτές τις απόψεις όμως δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ποια επικρατεί,  αφού παιδιά της ίδιας ηλικίας παρουσιάζουν διαφορές στην προσωπικότητά τους και μπορεί να αντιδράσουν πολύ διαφορετικά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Επίσης, συχνά οι γονείς σε ανάρμοστες συμπεριφορές των παιδιών θεωρούν ότι απλά περνούν ένα δύσκολο στάδιο της ηλικίας και θα το ξεπεράσουν. Αν και είναι γεγονός, ότι τα παιδιά πράγματι περνούν διάφορα «στάδια» όπου διαφοροποιούνται οι ανάγκες τους και οι αντιδράσεις τους, δε θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε αυτό το γεγονός σαν δικαιολογία για να δεχτούμε την ανάρμοστη συμπεριφορά τους. Τη συμπεριφορά αυτή δεν θα πρέπει να τη δεχόμαστε άκριτα και να περιμένουμε να περάσει  με την ηλικία γιατί με αυτό τον τρόπο δείχνουμε ότι την αποδεχόμαστε και το παιδί την αφομοιώνει στην προσωπικότητά του. Αντιθέτως θα πρέπει να προσπαθούμε να την «κατανοήσουμε» ,  και να βρούμε τρόπους να επηρεάσουμε τα παιδιά θετικά ώστε να σταματήσουν να την υιοθετούν. Είναι ακόμη απαραίτητο να αποδεχτούμε το γεγονός ότι για κάθε συμπεριφορά πιθανότητα υπάρχει κάποιος σκοπός. Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα που παίρνουν αποφάσεις, όντα των οποίων ο κυριότερος σκοπός στη ζωή είναι να ανήκουν. Καθένας από εμάς παλεύει συνέχεια για να ανήκει και για να διατηρήσει μια θέση όπου νιώθει πως είναι σημαντικός για τους άλλους. Έτσι και τα παιδιά επιλέγουν τις πεποιθήσεις, τα συναισθήματα και τους τρόπους συμπεριφοράς με τους οποίους πιστεύουν ότι θα πετύχουν την αποδοχή και την αναγνώριση από τους γονείς τους.

Οι σκοποί της αρνητικής συμπεριφοράς των παιδιών

Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε την αρνητική συμπεριφορά θα αναφέρουμε τέσσερις βασικούς σκοπούς των παιδιών που μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτή.

Α. Άτοπη προσοχή

Όλα τα παιδιά θέλουν να τραβήξουν την προσοχή. Τα ίδια προτιμούν να τραβήξουν την προσοχή  με θετικό τρόπο, αν όμως δεν το πετύχουν επιδιώκουν με αρνητικό τρόπο. Τα παιδιά που έχουν λαθεμένη πεποίθηση ότι ανήκουν στο περιβάλλον μόνο όταν τα προσέχουν ή τα υπηρετούν, προτιμούν να προκαλέσουν έστω και την άτοπη προσοχή, παρά να νιώθουν ότι τα αγνοούν. Για να βοηθήσουμε τα παιδιά που επιδιώκουν να τραβήξουν την άτοπη προσοχή, πρέπει ν’ αλλάξουμε την αντίδρασή μας, ώστε να τους δείξουμε ότι μπορούν να πετύχουν αυτή την προσοχή και να αποκτήσουν σημασία με τη χρήσιμη συμβολή τους παρά με τις αρνητικές απαιτήσεις για προσοχή ή εξυπηρέτηση. Πρέπει να συγκεντρώσουμε τη προσοχή μας στη θετική τους συμπεριφορά. Όσο για την αρνητική, θα πρέπει να την αγνοήσουμε. Ο κατάλληλος τρόπος για να δώσουμε την προσοχή μας σε κάτι θετικό, είναι να την δώσουμε όταν το παιδί δεν το περιμένει.

Β. Αγώνας υπεροχής

Τα παιδιά που επιδιώκουν την υπεροχή, νιώθουν ότι αξίζουν μόνο όταν είναι αφεντικά, όταν υπερέχουν. Όταν αντιμετωπίζουμε παιδιά που επιδιώκουν την υπεροχή πρέπει να αποφεύγουμε το θυμό και να αποχωρούμε από το πεδίο της μάχης. Η χρήση βίας, για να αντιμετωπίσουμε την προσπάθεια υπεροχής των παιδιών το μόνο που πετυχαίνει είναι να τα εντυπωσιάζει σχετικά με την αξία της δύναμης, και να αυξάνει την επιθυμία τους να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερη δύναμη.

Γ. Εκδίκηση

Τα παιδιά που επιδιώκουν την εκδίκηση έχουν πιστέψει ότι δεν είναι αγαπητά. Ότι αξίζουν μόνο όταν μπορούν να πληγώσουν τους άλλους, όπως τα πλήγωσαν και οι άλλοι, κατά τη γνώμη τους. Βρίσκουν μια θέση με το να είναι σκληρά και δυσάρεστα. Οι γονείς του παιδιού που επιδιώκει την εκδίκηση, νιώθουν βαθιά πληγωμένοι και θέλουν να ανταποδώσουν τον πόνο. Το παιδί αντιδρά στη δική τους αντεπίθεση ζητώντας παραπέρα εκδίκηση, είτε ενισχύοντας την αρνητική συμπεριφορά ή διαλέγοντας άλλο όπλο. Για να αρχίσουν να βοηθούν το εκδικητικό παιδί, οι γονείς πρέπει να προσέξουν να μην ανταποδώσουν τα χτυπήματα. Όσο δύσκολο κι αν θα είναι αυτό, στόχος είναι να προσπαθήσουν να βελτιώσουν τη σχέση τους με το παιδί, παραμένοντας ήρεμοι και δείχνοντας καλή θέληση.

Δ. Επίδειξη ανικανότητας  

Τα παιδιά που επιδεικνύουν ανικανότητα ή αδεξιότητα είναι υπερβολικά αποθαρρυμένα. Αφού παραιτήθηκαν από κάθε ελπίδα να πετύχουν, επιχειρούν να δείξουν στους άλλους ότι δεν μπορούν να αποδώσουν σε οτιδήποτε. Οι γονείς θα καταλάβουν ότι ένα παιδί επιδιώκει αυτό το σκοπό αν και αυτοί επίσης νιώθουν απελπισμένοι και θέλουν να παραιτηθούν. Το παιδί αντιδρά παθητικά ή δεν αντιδρά καθόλου σε οτιδήποτε κάνουν οι γονείς. Δεν κάνει καμία προσπάθεια να βελτιωθεί. Για να βοηθήσουν ένα παιδί που νιώθει ανίκανο, οι γονείς χρειάζεται να παραμερίσουν κάθε είδους κριτική και αντί για αυτό να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στα θετικά σημεία του παιδιού. Είναι ανάγκη να ενθαρρύνουν κάθε προσπάθειά για βελτίωση, όσο μικρή και αν φαίνεται.(Για όλα τα παραπάνω,  βλέπε και Πίνακα 1–Οι σκοποί της αρνητικής συμπεριφοράς των παιδιών ).

Πώς μπορούμε να αλλάξουμε την αρνητική συμπεριφορά;

Η υπακοή στους κανόνες και η συμμόρφωση οφείλονται στην ύπαρξη της συνείδησης. Όταν λέμε ότι ένα παιδί έχει συνείδηση , σημαίνει ότι αυτό μπορεί να αυτοσυγκρατείται ακόμα και όταν κανείς δεν θα μάθει για την αταξία του. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να έχει ενσωματώσει στον ψυχισμό του τους γονείς και τους κανόνες τους. Αν ενδώσει τελικά στον πειρασμό τότε θα πρέπει να νιώθει το αρνητικό συναίσθημα της ενοχής. Επειδή κανένα παιδί δεν γεννιέται έχοντας συνείδηση , οι γονείς πρέπει σταδιακά και με οδυνηρό τρόπο να του την μάθουν κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του. Το παιδί μέσω της μάθησης ή της ταύτισης αποκτά ταυτόχρονα και το περιεχόμενο του ηθικού κώδικα των γονέων και την επιθυμία να ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς. Σύμφωνα με νεότερες ψυχολογικές θεωρίες τα παιδιά έχουν μία αρχική προδιάθεση για συμμόρφωση και αυτή την τάση που είναι ενδογενής , οι γονείς με την παρέμβαση τους ή την ενισχύουν ή την καταστρέφουν. Δεν μπορούμε να δούμε με σαφήνεια τους λόγους που κάποια παιδιά αποκτούν ισχυρή συνείδηση και κάποια όχι. Ο βαθμός αντίστασης του παιδιού στους πειρασμούς και η εντιμότητα μπορεί να μην είναι ίδια σε όλες τις ηλικίες. Αλλά η τιμωρία πρέπει πάντοτε να είναι ψυχολογική και όχι σωματική καθώς η βία φέρνει βία και δημιουργεί επιθετικά συναισθήματα και όχι το απαραίτητο άγχος και ενοχή που φέρει η στέρηση της αγάπης από το περιβάλλον του.

Παρακάτω αναλύονται μερικοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να επιτύχουμε την υπακοή και την πειθαρχία του παιδιού μας στους κανόνες.

 

  • Τιμωρία : Η τιμωρία για να είναι αποτελεσματική πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά :

-Προσδιορισμός της συγκεκριμένης λανθασμένης πράξης του παιδιού

-Περιγραφή του αντίκτυπου της αταξίας

-Πρόταση ενός η πολλών εναλλακτικών συμπεριφορών αντί για την ανεπιθύμητη συμπεριφορά

-Ξεκάθαρη περιγραφή της τιμωρίας –δυσάρεστη , συνεπής, άμεση και όχι σκληρή

-Δήλωση της προσδοκίας σας ότι το παιδί σας θα συμπεριφερθεί καλύτερα την επόμενη φορά

Παράδειγμα σωστής εφαρμογής της τιμωρίας

Έχουμε πει στον εξάχρονο γιο μας να μην ζωγραφίζει με μαρκαδόρους όταν κάθεται στον καναπέ του καθιστικού αλλά αυτός συνεχίζει να το κάνει. Πώς αντιμετωπίζουμε την ανυπακοή του ;

-Σου ζήτησα να μην ζωγραφίζεις με μαρκαδόρους όταν κάθεσαι στον καναπέ αυτόν. (προσδιορισμός της αρνητικής συμπεριφοράς)

-Αυτοί οι μαρκαδόροι αφήνουν λεκέδες και δεν καθαρίζονται εύκολα. (αντίκτυπος)

-Όταν θέλεις να ζωγραφίζεις σε παρακαλώ να το κάνεις στο τραπέζι της κουζίνας ή στο γραφείο σου. (εναλλακτική θετική συμπεριφορά)

-Δώσε μου τα τώρα τους μαρκαδόρους σου. Δεν επιτρέπεται να τους χρησιμοποιήσεις για μια βδομάδα . (εφαρμογή λογικής ποινής)

-Ξέρω ότι μάλλον το ξέχασες αλλά είναι σημαντικό να το θυμηθείς την επομένη φορά. (δήλωση της προσδοκίας σας)

 

  • Ενίσχυση θετικής συμπεριφοράς : αμέσως μετά από μία αποδεκτή συμπεριφορά , με συνέπεια επεξηγούμε τι και γιατί επιβραβεύουμε.

 

  • Λογικές συνέπειες :

-βοηθούν τα παιδιά να αισθανθούν υπεύθυνα για τις πράξεις τους

-τα ίδια τα παιδιά παίρνουν αποφάσεις για τον τρόπο που θέλουν να συμπεριφερθούν την επόμενη φορά

-τα παιδιά διδάσκονται τη φυσική τάξη των πραγμάτων

Βήματα για την εφαρμογή των λογικών συνεπειών

-δώστε στο παιδί τη δυνατότητα της εκλογής (εναλλακτικές λύσεις)

-όταν εφαρμόζετε τις λογικές συνέπειες , διαβεβαιώστε το παιδί ότι θα έχει αργότερα την ευκαιρία να αλλάξει την απόφαση του

-αν η αρνητική συμπεριφορά επαναλαμβάνεται , μεγαλώστε το διάστημα που πρέπει να μεσολαβήσει πριν την επόμενη ευκαιρία

 (Για τα παραπάνω βλέπε και πίνακα -βασικές διαφορές ανάμεσα στην λανθασμένη εφαρμογή της τιμωρίας και τις λογικές συνέπειες )

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η προβληματική συμπεριφορά των παιδιών και τα αίτια της. Επιθετικότητα και παιδική παραβατικότητα.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της προβληματικής συμπεριφοράς;

  • Αποτελεί σημαντικό πρόβλημα , αναγνωρισμένο από όλες τις πλευρές (οικογένεια, σχολείο, κοινωνικό περιβάλλον).
  • Παρεμποδίζει την επικοινωνία και τη σωστή λειτουργία της οικογένειας.
  • Είναι αντίθετη προς τους οικογενειακούς και κοινωνικούς κανόνες.
  • Προκαλεί δυσφορία και άγχος στο ίδιο το άτομο και σε εκείνους που ζουν και σχετίζονται με αυτό.
  • Έχει διάρκεια και δεν εμφανίζεται στιγμιαία και περιστασιακά.
  • Είναι ακατάλληλη και δεν συμβαδίζει με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου.
  • Μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για το άτομο και τους άλλους.

 

Πιθανά αίτια της παραβατικής συμπεριφοράς

  • Ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού.
  • «Ματαίωση» : αποτυχία –απογοήτευση στα επιτεύγματα που μπορεί να προκαλέσει αντιδραστική συμπεριφορά.
  • Παρουσία αρνητικών μοντέλων (γονείς , αδέρφια) και υιοθέτηση –μίμηση αρνητικών συμπεριφορών.
  • Άγνοια συνεπειών των πράξεων ή αποφυγή πολύ σκληρών και δυσάρεστων συνεπειών.
  • Δυσκολία στην επικοινωνία : αδυναμία του παιδιού να επικοινωνήσει τις ανάγκες του και οι άλλοι να τις κατανοήσουν γεγονός που προκαλεί δυσαρέσκεια και αντίδραση.
  • Προσέλκυση προσοχής από τους άλλους ή επίδειξη δύναμης και υπεροχής.
  • Αίσθηση μη αποδοχής του παιδιού και αδιαφορίας από τους γονείς

Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η επιθετικότητα στην παιδική και την εφηβική ηλικία είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο. Υπάρχει από τότε που υπάρχει ο άνθρωπος και εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την ηλικία, τα κίνητρα και το σκοπό που επιδιώκει.
Κάθε επιθετική συμπεριφορά συνδέεται με κάποιο κίνητρο, υποκρύπτει κάποιο σκοπό και συνοδεύεται από συγκεκριμένα συναισθήματα. Άλλοτε είναι απρόσωπη και αποσκοπεί στην διεκδίκηση ενός αντικειμένου, μιας θέσης κλπ ή απευθύνεται σε υποκατάστατα. Ένα παιδί π.χ. επιτίθεται και σπρώχνει τον συμμαθητή ή τον αδελφό του για να πάρει το παιγνίδι που διεκδικεί ή για να καθίσει στη θέση που θέλει κλπ. Ένα άλλο παιδί αντί να βρίσει τον συμμαθητή του σκίζει το βιβλίο του..
Σε κάθε περίπτωση η επιθετική συμπεριφορά εμπεριέχει εχθρική διάθεση και συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα, θυμό και εκδίκηση.
Η συχνότητα και η ένταση της επιθετικής συμπεριφοράς είναι μεγαλύτερη στα αγόρια σε σύγκριση με τα κορίτσια και μειώνεται με την πάροδο της ηλικίας.

Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει μεταξύ ψυχολόγων, κοινωνιολόγων και παιδαγωγών, προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα : ‘Γιατί τα παιδιά εκδηλώνουν επιθετική συμπεριφορά;’
Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες από τις οποίες επικρατέστερες είναι:
α. Η παιδική επιθετικότητα είναι μια εγγενής βιολογική ορμή (Freud, Lorens). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή το παιδί επιτίθεται για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που το περιτριγυρίζουν και για να διασφαλίσει την επιβίωσή του.
β. Η παιδική επιθετικότητα είναι προϊόν μάθησης (Walters, Bandura). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή το παιδί βλέπει είτε άλλα παιδιά είτε ενήλικες -πρόσωπα που αποτελούν για το παιδί πρότυπα (π.χ. γονείς, εκπαιδευτικοί, ήρωες των σήριαλ κ.ά.), οι οποίοι συμπεριφέρονται με επιθετικότητα και μαθαίνει να συμπεριφέρεται και αυτό με τον ίδιο τρόπο . (κοινωνική/μιμητική μάθηση).
γ. Η παιδική επιθετικότητα είναι προϊόν των αλληλεπιδράσεων με τους παράγοντες του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού (Χρηστάκης, 2001). Αυτό σημαίνει ότι σε μερικά παιδιά μπορεί να υπάρχει η τάση για επιθετική συμπεριφορά, αλλά ανάλογα με τις επιδράσεις που δέχονται από το περιβάλλον τους (οικογενειακό, σχολικό, κοινωνικό), η τάση αυτή εκδηλώνεται ή περιθωριοποιείται.

Αν επιχειρήσουμε με βάση την παραδοχή αυτή να ερμηνεύσουμε την παιδική επιθετικότητα, τότε μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις :

1. Επιθετική συμπεριφορά την οποία εκδηλώνουν τα παιδιά στο σπίτι. Η συμπεριφορά αυτή έχει σχέση με τους χειρισμούς που δέχεται το παιδί από τους γονείς και οφείλεται κυρίως (Παρασκευόπουλος Ι., 1985):
α. Στις συγκρούσεις του παιδιού με τους γονείς για θέματα καθημερινής φροντίδας.  Π.χ. το παιδί αρνείται να φάει το φαγητό του ή να πλυθεί ή να διαβάσει κλπ. και η μαμά επιμένει. Μετά από λίγο δημιουργείται ένταση και το παιδί εκδηλώνει επιθετική συμπεριφορά.
β. Στις συγκρούσεις του παιδιού με τους γονείς για απαγορεύσεις. Π.χ. το παιδί θέλει να παίξει ή να πάει κινηματογράφο με τους φίλους του κλπ, ενώ οι γονείς του το απαγορεύουν. Τότε συχνά, αν δεν γίνει ήρεμη συζήτηση, ώστε το παιδί να καταλάβει , να λογικοποιήσει και να αποδεχτεί την απαγόρευση, δημιουργείται σύγκρουση και ακολουθεί εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς από το παιδί.
γ. Στα προβλήματα διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των παιδιών και των γονέων λόγω της προσωπικότητας του παιδιού.  Μερικά παιδιά εξ ιδιοσυγκρασίας είναι ‘δύσκολα’. Είναι ατίθασα, απείθαρχα, ζωηρά, κάνουν ζημιές κλπ. Οι γονείς δεν ξέρουν πώς να τα χειριστούν , εκνευρίζονται , επιτίθενται και τα παιδιά αναγκάζονται να απαντήσουν στην επίθεση.
2. Επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνεται στο σχολείο ή σε άλλους χώρους και έχει σχέση με:
α. Τις αλληλεπιδράσεις των παιδιών μεταξύ τους. Ο Αντώνης, για παράδειγμα, λέει ότι δέρνει τα άλλα παιδιά γιατί τον ενοχλούν και τον προκαλούν με τα αστεία τους. Ανεξάρτητα από το πώς κρίνουμε εμείς την αιτιολόγηση αυτή, για τον Αντώνη είναι επαρκής δικαιολογία.
β. Τις πιέσεις, το άγχος και την αγωνία που μερικά παιδιά εισπράττουν από το πρόγραμμα και τον τρόπο λειτουργίας του σχολείου γενικά. Τα παιδιά π.χ. με μαθησιακές δυσκολίες περνούν καθημερινά μια δοκιμασία στο σχολείο, που συνοδεύεται από άγχος, ανησυχία και αγωνία. Η δοκιμασία αυτή συχνά συνεχίζεται στο σπίτι όπου πρέπει να ολοκληρώσουν τις σχολικές τους εργασίες. Αν οι γονείς επιμένουν να πιέζουν,  τα παιδιά γίνονται περισσότερο ευερέθιστα, ευάλωτα και τότε εύκολα μπορούν να εκδηλώνουν επιθετικότητα.
γ. Την αγωγή που δέχονται από τους γονείς. Ο Γιώργος π.χ. εκδηλώνει συχνά επιθετική συμπεριφορά προς τους δασκάλους του και τους συμμαθητές του, γιατί η μητέρα του τον θέλει “νταή” και “ατσίδα” και του λέει ότι κάθε φορά που θα τον ενοχλεί οποιοσδήποτε, είτε εκπαιδευτικός είτε μαθητής, θα την παίρνει τηλέφωνο κι εκείνη θα έρχεται στο σχολείο  “να καθαρίζει” για λογαριασμό του. Η συμπεριφορά αυτή του Γιώργου είναι προϊόν της αγωγής που δέχεται ή τουλάχιστον ευνοείται από τη μητέρα του.
δ. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα η τηλεόραση, παγκόσμια και στην Ελλάδα, προβάλλουν αρνητικά κοινωνικά πρότυπα και καθοδηγούν τα παιδιά σε επιθετικές συμπεριφορές. Έρευνα του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ έδειξε ότι το αμερικανόπουλο βλέπει στην τηλεόραση κάθε 24ωρο περίπου 237 σκηνές βίας και επιθετικότητας. (Kirk, Gallagher κ.ά, 2003). Πολλά από τα κινούμενα σχέδια που παρακολουθούν τα παιδιά μας στην ελληνική τηλεόραση προβάλλουν συγκροτημένες ομάδες “ανθρώπων” που έχουν σαν μόνο στόχο την αλληλοεξόντωση, γεγονός  που δεν θυμίζει σε καμιά περίπτωση κοινωνικές αξίες ή κανόνες ανθρώπινης κοινωνίας.

Όσο κι αν φαίνεται δύσκολος ο ρόλος των γονέων, μπορούν να επηρεάσουν θετικά τις συμπεριφορές των παιδιών τους αν:
1. Συστηματικά παρατηρούν, ελέγχουν, αναλύουν, ερμηνεύουν την επιθετική συμπεριφορά των παιδιών τους, με βάση τα ακόλουθα ερωτήματα:
Γιατί το παιδί μου συμπεριφέρεται επιθετικά;
Πότε εκδηλώνει αυτή τη συμπεριφορά και πότε όχι ;
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν το παιδί για να εκδηλώνει την επιθετική συμπεριφορά;
Μήπως πρέπει να αλλάξω εγώ κάτι στη στάση μου και στη συμπεριφορά μου απέναντί του;

Τι άλλο μπορώ να κάμω για να βοηθήσω το παιδί μου να αλλάξει τη συμπεριφορά του και να πάει καλύτερα ;
2. Φροντίζουν να έχουν με τα παιδιά τους καλή σχέση, τους ικανοποιούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους με μέτρο και αποφεύγουν με επιμέλεια να κάνουν πράγματα που ενοχλούν τα παιδιά και προκαλούν εντάσεις και επιθετική συμπεριφορά.
3. Διατηρούν μόνιμη ενδοοικογενειακή γαλήνη και κλίμα ισοτιμίας, δημοκρατίας, κατανόησης και ασφάλειας.
Αν οι γονείς προσπαθήσουν να εφαρμόσουν τα παραπάνω αλλά η επιθετική συμπεριφορά του παιδιού, μετά από έναν εύλογο χρόνο δύο τριών – μηνών, επιμένει και δεν βελτιώνεται, τότε είναι καλό να συνεργαστούν με τους εκπαιδευτικούς του παιδιού και τους άλλους ειδικούς επιστήμονες του σχολείου για μία συντονισμένη παρέμβαση.

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οι πιο συνηθισμένες δραστηριότητες παραβατικής συμπεριφοράς είναι :
-Κακοποιήσεις άλλων ατόμων ανεξάρτητα από την ηλικία
-Εκβιασμοί για την απόκρυψη μιας παράνομης πράξης ή για να αποσπάσουν
χρήματα, κινητά τηλέφωνα κ.ά.
-Κλοπές και ληστείες
-Βανδαλισμοί

-Σκασιαρχείο

-Φόνοι

Τι φταίει, λοιπόν, που ένα ποσοστό ανηλίκων καταλήγουν στην παραβατική
συμπεριφορά και στην εγκληματικότητα ;

Οι έρευνες που έχουν γίνει και εξακολουθούν να γίνονται και η μελέτη των περιπτώσεων που έχουν καταγραφεί δείχνουν ότι τα αίτια που μπορεί να προκαλούν την παραβατικότητα στους ανηλίκους είναι:

 

Το νοσηρό οικογενειακό κλίμα

α. Έχουν κακοποιηθεί και καταπιεστεί στις μικρές ηλικίες από το σπίτι. Η υπερβολικά αυστηρή οικογένεια όπου έχει πνιγεί κάθε ίχνος ελεύθερης πρωτοβουλίας και οι αυστηρές ποινές μπορεί να προκαλέσουν ισχυρή εξέγερση.

β. Έχουν βιώσει παραμέληση και, σε μερικές περιπτώσεις, εγκατάλειψη από
το σπίτι. Πολλά από τα παιδιά αυτά είναι παιδιά διαζευγμένων γονέων ή μεγαλώνουν σε ιδρύματα.

γ. Μεγαλώνουν σε οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο καθημερινά ζουν βίαιες σκηνές στις σχέσεις των γονέων τους, ή γίνονται μάρτυρες ανάλογων παραβατικών ή εγκληματικών συμπεριφορών των γονέων τους.

δ. Έχουν δεχτεί οικογενειακή αγωγή αντίθετη με τις αξίες, τους κανόνες και τον τρόπο ζωής του ηθικού και κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγαλώνουν. Δεν υπάρχει συνέπεια στον τρόπο πειθάρχησης του παιδιού και το παιδί δεν γνωρίζει πιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος.

ε. Μεγαλώνουν σε οικογένειες με νοσηρό κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα και έχουν πολλά ψυχικά τραύματα.

 

Οι επιδράσεις των συνομήλικων. Η διαμόρφωση της παιδικής προσωπικότητας επηρεάζεται από το συναισθηματικό κλίμα που επικρατεί στις ομάδες των συνομηλίκων που συμμετέχουν τα παιδιά.  Γύρω στα 8 κυρίως τα αγόρια συγκροτούν ομάδες ή συμμορίες και διοχετεύουν την επιθετικότητα τους.

Οργανικές βλάβες. Παιδιά με σύνδρομο της τρισωμίας ΧΥΥ (υπεράρρεν) ρέπουν προς βίαιη και παρορμητική συμπεριφορά.

 

Μπορούν οι γονείς να αντιληφθούν και να προλάβουν τέτοιου είδους συμπεριφορές των παιδιών τους πριν να είναι αργά ;

Μερικοί υποστηρίζουν ότι η συμπεριφορά είναι σύμφυτη με το παιδί και τίποτα δεν μπορεί να την αλλάξει. Αυτό μας θυμίζει τη θεωρία του Lobrozo, ο οποίος υποστήριξε την άποψη, ότι ο εγκληματίας γεννιέται εγκληματίας. Αλλά η θεωρία αυτή είναι πολύ παλιά και δεν ισχύει σήμερα. Ασφαλώς υπάρχει το γενετικό υλικό (DNA) και η κληρονομικότητα που επηρεάζει τη συμπεριφορά ανηλίκων και ενηλίκων. Ωστόσο, η συστηματική μελέτη της συμπεριφοράς του ανθρώπου κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι αυτή είναι προϊόν των αλληλεπιδράσεων του παιδιού με τους παράγοντες του περιβάλλοντος σε συνδυασμό και με τα ατομικά του χαρακτηριστικά. Με απλά λόγια δηλαδή, μπορεί να υπάρχει σε κάποιο παιδί η ροπή ή η τάση προς την παραβατική συμπεριφορά και την εγκληματικότητα, αλλά για να εκδηλωθεί αυτή πρέπει να συντρέξει και το περιβάλλον, ιδίως το οικογενειακό.

Βασικό προαπαιτούμενο, για να μπορούν οι γονείς να αντιλαμβάνονται και να παρεμβαίνουν αποτελεσματικά στα παιδιά τους, είναι να ξέρουν τα συμπτώματα, τα οποία παρατηρούνται στα παιδιά που εκδηλώνουν ή πρόκειται να εκδηλώσουν αντικοινωνική συμπεριφορά.

Μερικά τέτοια συμπτώματα είναι τα εξής:

-Επιθετικότητα. Συνήθως τα παιδιά με παραβατική συμπεριφορά και εγκληματικές τάσεις είναι επιθετικά και βίαια.

-Συστηματική παραβίαση των κανόνων και των ορίων της ομαλής κοινωνικής
συμπεριφοράς.

-Έλλειψη σεβασμού προς τους γονείς και τους δασκάλους τους. Αντιμιλούν
και αυθαδιάζουν και μάλιστα χωρίς σοβαρό λόγο.

-Ατημέλεια. Συχνά βλέπουμε τα παιδιά αυτά να είναι ατημέλητα, με σκισμένα ρούχα, βιβλία και τετράδια και βρώμικα αν και ξέρουμε ότι η μητέρα τους τα φροντίζει και ελέγχει όλα αυτά κάθε πρωί που φεύγουν για το σχολείο.

-Αδιαφορία για το σχολείο και τη μάθηση. Συχνά κάνουν σκασιαρχείο.

-Ανυποληψία στις ηθικές αξίες και στους κανόνες της κοινωνικής ζωής.

 

Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αν ένας γονιός παρατηρήσει μερικά από τα παραπάνω συμπτώματα και χαρακτηριστικά στο παιδί του δεν χρειάζεται να αναστατωθεί και να περιέλθει σε πανικό. Μπορεί αυτά να οφείλονται σε άλλους λόγους. Θα είναι όμως μία προειδοποίηση που θα τον οδηγήσει στο να αρχίσει να παρακολουθεί συστηματικά και διακριτικά το παιδί του και αν χρειαστεί να παρέμβει έγκαιρα και άμεσα ο ίδιος  ή με τη βοήθεια κάποιου ειδικού.

Για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της παραβατικής και εγκληματικής συμπεριφοράς των παιδιών δεν υπάρχουν συνταγές που ισχύουν για όλους. Οι περιπτώσεις εξατομικεύονται τόσο ως προς την αιτιολογία και τα συμπτώματα όσο και ως προς τους τρόπους αντιμετώπισής τους. Μερικές μόνο αρχές και γενικοί κανόνες που ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις , (με στόχο να βοηθήσουμε τους γονείς να αισθανθούν ασφαλείς και ικανοί να χειρίζονται τα προβλήματα των παιδιών τους με επιτυχία, έχοντας πάντα στο μυαλό τους, ότι η πρόληψη είναι προτιμότερη από τη θεραπεία), μπορεί να είναι οι παρακάτω:

  • Η οικογένεια και στη συνέχεια το σχολείο έγκαιρα πρέπει να αναζητούν και να επισημαίνουν τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές των παιδιών. Αν στη συνέχεια προβάλλουν, ενισχύουν και τονίζουν τα θετικά αγνοώντας τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους αυξάνονται οι πιθανότητες να διαμορφώσουν καλή σχέση με τα παιδιά και να μπορούν να παρεμβαίνουν αποτελεσματικά στη διαμόρφωση της συμπεριφορά τους.
  • Γονείς και σχολείο παρακολουθούν συστηματικά τη συμπεριφορά των παιδιών και σημειώνουν τυχόν συμπτώματα σαν αυτά που αναφέρονται παραπάνω, τα οποία μπορεί να σημαίνουν κάτι για τη μελλοντική συμπεριφορά τους.
  • Οι γονείς πρέπει να είναι συνέχεια κοντά στο παιδί και να ικανοποιούν με μέτρο τις ανάγκες του, ιδίως τις κοινωνικές και συναισθηματικές. Είναι αλήθεια, ότι οι σημερινές συνθήκες ζωής και εργασίας δεν ευνοούν την εφαρμογή της αρχής αυτής, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τους γονείς να είναι μακριά από τα παιδιά τους.
  • Οι γονείς πρέπει να συζητούν με τα παιδιά τους όσο περισσότερο μπορούν
    και να προβάλλουν συνέχεια θετικά πρότυπα. Οι ίδιοι οι γονείς οφείλουν να προτυποποιούν τους εαυτούς τους, για να δίδουν καλό παράδειγμα στα παιδιά.
  • Οι γονείς παρακολουθούν με διακριτικότητα τα παιδιά τους. Πού συχνάζουν
    τις ελεύθερες ώρες τους ; Ποιοι είναι οι φίλοι τους ; Τι κάνουν εκεί που πηγαίνουν ; κτλ. Ωθούν τα παιδιά σε δραστηριότητες όπου η επιθετικότητα μπορεί να διοχετευθεί δημιουργικά, όπως αθλητικές ομάδες, προσκόπους, κατασκήνωση.
  • Οι γονείς δείχνουν με μέτρο ανοχή στα παραπτώματα των παιδιών τους, αλλά τα συζητούν μαζί τους και τα βοηθούν να μάθουν να ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος.
  • Οι γονείς πρέπει να θυμούνται, ότι σε κάθε περίπτωση, η αμοιβή είναι προτιμότερη από την ποινή. Κι αν πρέπει να επιβληθεί ποινή αυτή δεν επιτρέπεται να είναι τέτοια, ώστε να απαξιώνει τον άνθρωπο και να μειώνει την προσωπικότητά του. Μια στέρηση, για παράδειγμα, πραγμάτων που αρέσουν στο παιδί, μπορεί να είναι αρκετή για σωφρονισμό.
  • Όλα αυτά προϋποθέτουν τη δημιουργία και διατήρηση καλής σχέσης παιδιού –
    γονιού και σεβασμό στην προσωπικότητα του.

Αν ο γονέας παρατηρεί στο παιδί του ασυνήθιστες συμπεριφορές που τον προβληματίζουν, πρέπει να ακολουθήσει τα ακόλουθα βήματα, απαντώντας στα αντίστοιχα ερωτήματα:

α. Γιατί το παιδί μου συμπεριφέρεται έτσι; Τι να φταίει άραγε; Ο γονέας προβληματίζεται και προσπαθεί να ανακαλύψει παράγοντες που οδηγούν το παιδί στην εκδήλωση αντικοινωνικών συμπεριφορών.

β. Μήπως εγώ κάνω λάθη στη στάση μου και στη σχέση μου μαζί του ; Πολλές φορές οι γονείς ανακαλύπτουν λάθη στους χειρισμούς των παιδιών τους.

γ. Τι πρέπει να αλλάξω στη συμπεριφορά μου; Στα παιδιά, ιδίως στις μεγαλύτερες ηλικίες, αρέσει πολύ ο γονέας να αναγνωρίζει τα λάθη του, αισθάνονται υπερήφανα και γίνονται περισσότερο υπεύθυνα όταν ο γονέας έχει το θάρρος και την τόλμη να ζητά συγνώμη. Έτσι αυξάνεται η εμπιστοσύνη τους προς τους γονείς, χωρίς να μειώνεται το κύρος του γονέα, και διαμορφώνεται καλή σχέση μεταξύ τους.

δ. Το τελευταίο βήμα αφορά ακραίες περιπτώσεις. Αν, παρά τις αλλαγές που κάνει ο γονέας στη δική του στάση και συμπεριφορά, και τη βελτίωση των συνθηκών του περιβάλλοντος και μετά από ένα εύλογο χρόνο δεν παρατηρείται ικανοποιητική βελτίωση στη συμπεριφορά του παιδιού, τότε χωρίς καθυστέρηση πρέπει να συμβουλευτεί ένα ειδικό. Μάλλον θα χρειαστεί συστηματική εργασία με το παιδί και την οικογένεια.

 

Σημείωση

Τι κάνω αν το παιδί μου πέσει θύμα εκφοβισμού και παραβατικής συμπεριφοράς άλλου παιδιού.

-Διερευνώ τι έχει συμβεί.

-Απευθύνομαι στον υπεύθυνο καθηγητή και στο διευθυντή του σχολείου

-Συζητώ με γονείς του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων.

-Συζητώ με το παιδί για τα συναισθήματα του, διαβεβαιώστε του ότι δεν ευθύνεται το ίδιο και ότι είστε δίπλα του.

-Διερευνήστε τη γενικότερη συμπεριφορά του παιδιού σας, μήπως είναι ντροπαλό , παθητικό, εσωστρεφές.

-Πείτε του να βάζει όρια όταν τον ενοχλούν, να μην τα παρατάει, να ενισχύει τη φιλία του με άλλα παιδιά που εμπιστεύεται και να τους μιλάει για αυτά που γίνονται.

-Βοηθήστε το να αποδεχτεί το γεγονός ότι είναι μοναδικό και αξίζει, ότι και να πιστεύουν οι άλλοι για αυτό. Να προβάλλει τα θετικά του στοιχεία και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις διαφωνίες του με τον λιγότερο βίαιο τρόπο.