Επιλεγμενα θεματα παιδοψυχολογίας

Η ενούρηση είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα προβλήματα της παιδικής ηλικίας και ορίζεται ως το μη ελεγχόμενο ακούσιο άδειασμα των ούρων μ ε εξέλαση που συνήθως συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου. Το άδειασμα αυτό θεωρείται ότι είναι πρόβλημα και μπορεί να μας ανησυχήσει όταν παρουσιάζεται μετά την ηλικία των 3 ετών. Το 3ο έτος θεωρείται ότι είναι η ηλικία κατά την οποία το μέσο –φυσιολογικό παιδί έχει κατά κανόνα αποκτήσει τον έλεγχο της ούρησης.

Το παιδί που βρέχει τα ρούχα του κατά τη διάρκεια της μέρας λέγεται ότι έχει το πρόβλημα της ημερήσιας ενούρησης ενώ το παιδί που βρέχει το κρεβάτι του κατά τη διάρκεια της νύχτας λέγεται ότι έχει νυχτερινή ενούρηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η ενούρηση είναι ένα σύμπτωμα ενός γενικότερου προβλήματος άγχους. Παιδία που ήδη έχουν αποκτήσει έλεγχο των σφιγκτήρων και κάνουν σωστή χρήση της τουαλέτας (δευτερογενής ενούρηση) μπορεί να αρχίσουν και πάλι να βρέχονται αν συμβεί να περνάνε μια περίοδο με μεγάλες ψυχολογικές εντάσεις. Επίσης η ενούρηση μπορεί να είναι μέρος μιας γενικότερης παλινδρομικής αντίδρασης του παιδιού στη γέννηση νέου αδελφού στην οικογένεια.

Αφού αποκλείσουμε όλους τους οργανικούς παράγοντες για την ενούρηση με μια επίσκεψη στον παιδίατρο και αποδώσουμε την ενούρηση σε ψυχολογικούς παράγοντες τότε μπορούμε να βοηθήσουμε τους γονείς για την καταστολή του συμπτώματος. Οι γονείς δεν πρέπει να είναι τιμωρητικοί και αυστηροί απέναντι στο παιδί γιατί μπορεί να παρατείνουν το άγχος του και να το τραυματίσουν δημιουργώντας του αισθήματα ντροπής. Αντίθετα θα πρέπει να προσπαθήσουν να διερευνήσουν τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού, (θυμός, ζήλια, άγχος, )και παράλληλα να κάνουν τις εξής κινήσεις. Να δίνουν υγρά στο παιδί πριν πάει για ύπνο γιατί σκοπός είναι να ασκήσουν το παιδί να αντιδρά στην πίεση της ουροδόχου συσφίγγοντας τον σφιγκτήρα και όχι να υπεκφεύγει το πρόβλημα.

Οι γονείς επίσης μπορούν να κάνουν μία συμφωνία με το παιδί, ότι κάθε βράδυ που θα καταφέρει να μην βρέξει το κρεβάτι του θα παίρνει έναν αστερίσκο και ένα μεγάλο μπράβο από όλη την οικογένεια.. Στους 10αστερίσκους το παιδί θα επιβραβεύεται με κάτι πολύ σημαντικό για αυτό όπως είναι μια ξεχωριστή βόλτα ή ένα παιχνίδι. Έτσι το παιδί θα μάθει σιγά σιγά να ελέγχει τον σφιγκτήρα του καθώς θα υπάρχει κάποιο κίνητρο. Στη συνέχεια  η εξωτερική ενίσχυση γίνεται και εσωτερική καθώς το παιδί αισθάνεται ικανοποίηση που τα έχει καταφέρει . Οπως συμβαίνει με την απόκτηση κάθε άλλης καινούργιας δεξιότητας η κατάκτηση αυτή ακολουθεί την κανονική καμπύλη της μάθησης και επιτυγχάνεται σταδιακά , μέσα σε κάποιο ορισμένο χρονικό διάστημα και όχι εν μία νύχι, και έτσι οι υποτροπές μπορεί να είναι συχνές.

 

2.ΔΥΣΛΕΞΙΑ

Ο όρος δυσλεξία αναφέρεται στις περιπτώσεις δυσκολιών ανάγνωσης και γραφής στις οποίες  αποκλείσει σαν αιτίες την ανεπαρκή νοημοσύνη, τις βλάβες των αισθητηρίων, την ανεπαρκή διδασκαλία και τις ψυχολογικές διαταραχές. Η πρώτη ένδειξη που κάνει τον ειδικό να υποπτευθεί για δυσλεξία είναι η ιδιαίτερα παράξενη ορθογραφία του παιδιού. Για παράδειγμα μπορεί να γράφει την πρόταση «το παιδί είχε έναν σκύλο» με τη μορφή «το παρι 3χε ελιο ρκυβο».

Μερικά παιδιά μπορούν να δουν όλα τα γράμματα μιας λέξης αλλά χωρίς να βγάζουν νόημα, μπερδεύουν τα γραπτά σύμβολα παρόμοιου σχήματος κα γράφουν ρ αντί δ, 6 αντί 9 ή 3 αντί ε. Αυτή η αντιστροφή των γραπτών συμβόλων (στρεφοσυμβολία) είναι συνηθισμένο λάθος στα μικρά παιδία και από μόνο δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας ως την ηλικία των επτά ετών περίπου. Θεωρητικά υπάρχουν δύο είδη δυσλεκτικών παιδιών αυτά που δεν μπορούν να διαβάσουν γιατί δυσκολεύονται να βγάλουν νόημα από ότι βλέπουν και εκείνα που δεν μπορούν να διαβάσουν γιατί δεν βγάζουν νόημα από ότι ακούνε.

Το να συμβουλευτούν οι γονείς έναν ειδικό στην περίπτωση που το παιδί παρουσιάζει δυσκολίες στην ανάγνωση είναι μια σωστή ενέργεια καθώς τα παιδιά αυτά μπορεί να χρειάζονται κατάλληλη θεραπευτική διδασκαλία.

 

3. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ-ΟΜΟΦΥΛΟΦΥΛΙΑ

Ένα θέμα που ανησυχεί πολύ τους γονείς (ειδικά τους πατεράδες που δίνουν σημασία στην αρρενωπότητα των γιων τους) είναι η ταυτότητα του φύλου.

Η ταύτιση με το φύλο είναι η ψυχολογική διαδικασία με την οποία το παιδί μαθαίνει τις συμπεριφορές και τις στάσεις που είναι αρμόζουσες στο ανατομικό του φύλο. Οι γονείς θα πρέπει να ξέρουν πως οι διάφορες μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς όπως η ταύτιση με ένα φύλο , η επιλογή συντρόφων , η ομοφυλοφιλία ή οι τρόποι σεξουαλικής ικανοποίησης είναι ένα θέμα αρκετά περίπλοκο και παράγοντες γενετικοί, ανατομικοί, περιβαλλοντικοί , πολιτιστικοί και κοινωνικοί παίζουν όλοι ρόλο στη διαμόρφωση της.

Η κατεύθυνση που παίρνουν τα σεξουαλικά ενδιαφέροντα του ατόμου –η εκλογή δηλαδή του σεξουαλικού συντρόφου καθορίζεται κυρίως από τις πρώτες εμπειρίες στα πρώτα χρόνια της ζωής. Οι χαλαρές σχέσεις με τους γονείς του ίδιου φύλου θεωρείται ότι συντελούν στην εκδήλωση ομοφυλοφιλικών διαθέσεων. Το πως και γιατί όμως επιδρούν παραμένουν ανεξιχνίαστα.

Από το δεύτερο έτος το παιδί αρχίζει να κάνει διαφοροποιήσεις ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό . Στο τέταρτο έτος έχει διαιρέσει τον κόσμο σε αρσενικούς και θηλυκούς ανθρώπους και δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τις διακρίσεις μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Η προτίμηση για το ρόλο του ενός ή του αλλού φύλου προβάλλει πιθανόν στο τρίτο έτος.

Εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι ο τρόπος ανατροφής και η καθοδήγηση του παιδιού στα θέματα ρόλου του φύλου. Μολονότι οι βιολογικοί παράγοντες ασκούν κάποια επίδραση εντούτοις ο καθοριστικός παράγοντας είναι το είδος της ταυτότητας του φύλου που οι γονείς προδιαγράφουν για το παιδί μέχρι και το 6ο έτος της ηλικίας.

 

4.ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Το παιδί που «κλέβει»

Η πράξη της αφαίρεσης και της οικειοποίησης πραγματων που ανήκουν σε κάποιον άλλον έχει διαφορετική σημασία στα διάφορα στάδια ανάπτυξης. Το μικρό παιδί δεν μπορεί από μόνο του να αναπτύξει την έννοια που έχει ιδιοκτησία και η κλοπή. Το σωστά καθοδηγημένο παιδί μαθαίνει από τους γονείς του ότι δεν είναι θεμιτό να παίρνουμε πράγματα από τους άλλους χωρίς τη συγκατάθεση τους. Η απόκτηση μιας τέτοιας μάθησης είναι πολύ σημαντική και έρευνες έχουν δείξει ότι το παιδί μπορεί αποτελεσματικά να αποφεύγει μία απαγορευμένη πράξη όταν το τιμωρούμε ακριβώς λίγο πριν ή ακριβώς τη στιγμή που προβαίνει στην απαγορευμένη πράξη. Αν η τιμωρία επιβληθεί μετά την διάπραξη της απαγορευμένης πράξης οι ενοχές πληθαίνουν και η δύναμη του παιδιού να αντιστέκεται στους πειρασμούς μειώνεται. Επίσης είναι εξαιρετικά σημαντικό οι γονείς να δίνουν πάντα μια ξεκάθαρη εξήγηση χωρίς συναισθηματισμούς στο παιδί για το τι έχει κάνει και οι πράξεις που είναι ηθικά καταδικαστέες να κατονομάζονται.

Οι γονείς πρέπει να δουν την πράξη της κλοπής σαν μια πράξη ανώριμης ανευθυνότητας ή λανθασμένης μάθησης και όχι σαν παιδικό έγκλημα. Πρέπει επίσης να εξηγούμε στο παιδί πόσο απαραίτητο είναι να επανορθώνει τη ζημιά που προκάλεσε με την πράξη του στον άλλον. Ένα ψυχολογικό κλίμα στοργής και ηθικών αξιών αν επικρατεί στην οικογένεια βοηθά το παιδί στο να υιοθετήσει τα σωστά και αποδεκτά κοινωνικά πρότυπα.